Τα αντικαταθλιπτικά χάπια είναι συνταγογραφούμενα φάρμακα που χρησιμοποιούνται κυρίως για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, αλλά μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν σε διάφορες αγχώδεις και άλλες ψυχικές ή νευρολογικές καταστάσεις.
Υπάρχουν αρκετές διαφορετικές κατηγορίες αντικαταθλιπτικών. Τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα σήμερα είναι οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), ενώ άλλες κατηγορίες περιλαμβάνουν τους SNRIs, τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τους αναστολείς ΜΑΟ και φάρμακα με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης.
Δεν υπάρχει όμως ένα αντικαταθλιπτικό που να είναι «το καλύτερο» για όλους. Η επιλογή εξαρτάται από τα συμπτώματα, άλλες παθήσεις, πιθανές παρενέργειες, προηγούμενη ανταπόκριση σε φάρμακα και τις προτιμήσεις του ίδιου του ανθρώπου.
Σημαντικό: Τα αντικαταθλιπτικά πρέπει να ξεκινούν, να αλλάζουν και να διακόπτονται σε συνεργασία με γιατρό. Το άρθρο είναι ενημερωτικό και δεν αποτελεί οδηγό επιλογής συγκεκριμένου φαρμάκου ή δοσολογίας.
Τι είναι τα αντικαταθλιπτικά;
Τα αντικαταθλιπτικά είναι φάρμακα που επηρεάζουν τη λειτουργία νευροδιαβιβαστών και νευρωνικών κυκλωμάτων που σχετίζονται με τη διάθεση, το άγχος και άλλες λειτουργίες του εγκεφάλου.
Παλαιότερα συχνά παρουσιάζονταν πολύ απλοϊκά ως φάρμακα που «διορθώνουν μια χημική ανισορροπία».
Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο μηχανισμός είναι πολύ πιο σύνθετος.
Πράγματι, αρκετά αντικαταθλιπτικά επηρεάζουν άμεσα τη διαθεσιμότητα νευροδιαβιβαστών όπως η σεροτονίνη και η νοραδρεναλίνη. Ωστόσο, η θεραπευτική τους δράση πιθανότατα σχετίζεται και με πιο μακροπρόθεσμες αλλαγές στη νευρωνική μετάδοση και προσαρμογή — γεγονός που βοηθά να εξηγηθεί γιατί η βιοχημική επίδραση αρχίζει γρήγορα αλλά η κλινική βελτίωση χρειάζεται συνήθως εβδομάδες.
Για ποιες καταστάσεις χρησιμοποιούνται;
Εκτός από την κατάθλιψη, αντικαταθλιπτικά μπορεί να χρησιμοποιηθούν για:
- γενικευμένη αγχώδη διαταραχή,
- διαταραχή πανικού,
- κοινωνική αγχώδη διαταραχή,
- ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή,
- μετατραυματική διαταραχή στρες,
- ορισμένες διατροφικές διαταραχές,
- ορισμένες μορφές χρόνιου ή νευροπαθητικού πόνου,
- ημικρανίες σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντικαταθλιπτικό είναι κατάλληλο για κάθε μία από αυτές τις καταστάσεις.
Ποια είναι τα βασικά είδη αντικαταθλιπτικών;
SSRIs
Οι Selective Serotonin Reuptake Inhibitors είναι σήμερα από τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα αντικαταθλιπτικά.
Παραδείγματα δραστικών ουσιών είναι:
- σερτραλίνη,
- εσιταλοπράμη,
- σιταλοπράμη,
- φλουοξετίνη,
- παροξετίνη.
Συχνά προτιμώνται επειδή γενικά έχουν πιο διαχειρίσιμο προφίλ παρενεργειών και είναι ασφαλέστερα σε υπερδοσολογία σε σχέση με παλαιότερες κατηγορίες, όπως τα τρικυκλικά.
SNRIs
Οι Serotonin–Noradrenaline Reuptake Inhibitors επηρεάζουν κυρίως τη σεροτονίνη και τη νοραδρεναλίνη.
Παραδείγματα:
- βενλαφαξίνη,
- ντουλοξετίνη.
Μπορεί να χρησιμοποιούνται τόσο στην κατάθλιψη όσο και σε ορισμένες αγχώδεις διαταραχές ή καταστάσεις πόνου.
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά
Παλαιότερη κατηγορία φαρμάκων.
Παραδείγματα είναι:
- αμιτριπτυλίνη,
- νορτριπτυλίνη.
Παραμένουν χρήσιμα σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά συνδέονται με περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες και μπορεί να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα σε υπερδοσολογία.
MAOIs
Οι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης χρησιμοποιούνται σήμερα πολύ λιγότερο συχνά.
Έχουν σημαντικές αλληλεπιδράσεις με:
- άλλα φάρμακα,
- ορισμένες ουσίες,
- και τροφές πλούσιες σε τυραμίνη.
Για αυτό συνήθως χρησιμοποιούνται σε πιο εξειδικευμένες περιπτώσεις.
Άλλα αντικαταθλιπτικά
Υπάρχουν επίσης φάρμακα όπως:
- μιρταζαπίνη,
- τραζοδόνη,
- βορτιοξετίνη,
που έχουν διαφορετικό μηχανισμό και προφίλ παρενεργειών.
Ποιο είναι το καλύτερο αντικαταθλιπτικό;
Δεν υπάρχει ένα φάρμακο που να είναι καλύτερο για όλους.
Δύο άνθρωποι με παρόμοια συμπτώματα μπορεί να ανταποκριθούν εντελώς διαφορετικά στο ίδιο αντικαταθλιπτικό.
Η επιλογή επηρεάζεται από:
- τη μορφή και σοβαρότητα της κατάθλιψης,
- άγχος ή άλλα συμπτώματα,
- προβλήματα ύπνου,
- σεξουαλικές παρενέργειες,
- βάρος και όρεξη,
- άλλες ασθένειες,
- άλλα φάρμακα,
- προηγούμενη ανταπόκριση,
- οικογενειακό ιστορικό ανταπόκρισης,
- πιθανότητα εγκυμοσύνης,
- κίνδυνο αυτοκτονικότητας.
Για αυτό η θεραπεία συχνά χρειάζεται εξατομίκευση.
Σε πόσο καιρό δρουν;
Τα αντικαταθλιπτικά δεν δρουν άμεσα.
Το NHS αναφέρει ότι μπορεί να αρχίσει κάποια επίδραση μέσα στις πρώτες 1–2 εβδομάδες, αλλά η πλήρης αποτελεσματικότητα μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο. Το NICE αναφέρει ότι, όταν ένα αντικαταθλιπτικό πρόκειται να έχει αποτέλεσμα, συνήθως αναμένεται βελτίωση μέσα σε περίπου 4 εβδομάδες.
Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να θεωρείται αναποτελεσματικό μετά από μερικές ημέρες.
Γιατί στην αρχή μπορεί να νιώθω χειρότερα;
Κατά τις πρώτες ημέρες ή εβδομάδες μπορούν να εμφανιστούν παρενέργειες πριν αρχίσει η ουσιαστική βελτίωση της διάθεσης.
Για παράδειγμα:
- αυξημένη ανησυχία,
- νευρικότητα,
- ναυτία,
- προβλήματα ύπνου,
- υπνηλία,
- πονοκέφαλος.
Γι’ αυτό οι πρώτες εβδομάδες θεραπείας χρειάζονται παρακολούθηση.
Το NICE προτείνει συνήθως πρώτη επανεξέταση μέσα σε περίπου 2 εβδομάδες, ενώ σε άτομα ηλικίας 18–25 ετών ή όταν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αυτοκτονικότητας συστήνει νωρίτερη επανεξέταση, συνήθως μέσα σε μία εβδομάδα.
Ποιες είναι οι συχνότερες παρενέργειες;
Οι παρενέργειες διαφέρουν σημαντικά ανά φάρμακο.
Μπορούν να περιλαμβάνουν:
- ναυτία,
- διάρροια ή δυσκοιλιότητα,
- πονοκέφαλο,
- ξηροστομία,
- ζάλη,
- υπνηλία,
- αϋπνία,
- αυξημένη εφίδρωση,
- αλλαγές στην όρεξη,
- αύξηση ή μείωση βάρους,
- άγχος ή νευρικότητα,
- σεξουαλικές δυσλειτουργίες.
Πολλές αρχικές ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να μειώνονται μέσα στις πρώτες εβδομάδες, αλλά ορισμένες μπορεί να επιμένουν.
Αντικαταθλιπτικά και σεξουαλικές παρενέργειες
Αυτό θέλω να το έχουμε ως ξεχωριστό section γιατί έχει πολύ search demand.
Ιδιαίτερα τα SSRIs μπορούν να προκαλέσουν:
- μειωμένη libido,
- δυσκολία οργασμού,
- καθυστέρηση οργασμού,
- στυτική δυσλειτουργία.
Αν συμβεί κάτι τέτοιο, δεν πρέπει να διακοπεί αυθαίρετα το φάρμακο.
Ο γιατρός μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να εξετάσει:
- προσαρμογή αγωγής,
- αλλαγή αντικαταθλιπτικού,
- άλλες θεραπευτικές στρατηγικές.
Παχαίνουν τα αντικαταθλιπτικά;
Μπορεί να υπάρξει αλλαγή βάρους, αλλά δεν συμβαίνει σε όλους και δεν έχουν όλα τα αντικαταθλιπτικά το ίδιο προφίλ.
Ορισμένοι άνθρωποι αυξάνουν βάρος, άλλοι χάνουν βάρος και κάποιοι δεν παρατηρούν σημαντική μεταβολή.
Η αλλαγή μπορεί να σχετίζεται τόσο με το ίδιο το φάρμακο όσο και με:
- αλλαγές στην όρεξη,
- βελτίωση της κατάθλιψης,
- ύπνο,
- δραστηριότητα,
- μεταβολικούς παράγοντες.
Τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν εξάρτηση;
Εδώ χρειάζεται σημαντική διάκριση.
Τα αντικαταθλιπτικά δεν θεωρούνται εθιστικά με τον τρόπο που είναι οι βενζοδιαζεπίνες, η νικοτίνη ή άλλες εξαρτησιογόνες ουσίες.
Δεν προκαλούν συνήθως:
- craving,
- ευφορική χρήση,
- αναζήτηση συνεχώς μεγαλύτερης δόσης για «φτιάξιμο».
Μπορούν όμως να προκαλέσουν σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα απόσυρσης όταν διακοπούν απότομα.
Άρα: withdrawal ≠ addiction.
Τι συμπτώματα μπορεί να προκαλέσει η απότομη διακοπή;
Μπορεί να εμφανιστούν:
- ζάλη,
- ναυτία,
- πονοκέφαλος,
- άγχος,
- ευερεθιστότητα,
- αϋπνία,
- έντονα όνειρα,
- κόπωση,
- εφίδρωση,
- αίσθημα παλμών,
- συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη,
- παράξενες αισθήσεις σαν μικρά ηλεκτρικά «τινάγματα» ή brain zaps.
Για κάποιους ανθρώπους είναι ήπια και σύντομα.
Σε άλλους μπορεί να είναι πιο έντονα και να διαρκέσουν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες, ιδιαίτερα μετά από απότομη διακοπή ή σε συγκεκριμένα φάρμακα.
Πώς διακόπτονται σωστά;
Σταδιακά.
Η διαδικασία λέγεται tapering.
Το NICE τονίζει ότι η ταχύτητα μείωσης πρέπει να προσαρμόζεται στον άνθρωπο, στην αγωγή, στη διάρκεια χρήσης και στα συμπτώματα απόσυρσης. Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες ή μήνες.
Δεν υπάρχει επομένως ένα γενικό πρόγραμμα τύπου: «μισή δόση για μία εβδομάδα και τέλος».
Η μείωση πρέπει να σχεδιάζεται εξατομικευμένα.
Αυξάνουν τα αντικαταθλιπτικά τις αυτοκτονικές σκέψεις;
Εδώ χρειάζεται πολύ σωστή διατύπωση.
Σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων — ιδιαίτερα παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες κάτω των 25 ετών — μπορεί να εμφανιστούν ή να επιδεινωθούν αυτοκτονικές σκέψεις ή συμπεριφορές κατά την έναρξη αντικαταθλιπτικού ή μετά από αλλαγή δόσης.
Για αυτό χρειάζεται στενότερη παρακολούθηση στην αρχή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα αντικαταθλιπτικά γενικά προκαλούν αυτοκτονία.
Η ίδια η κατάθλιψη αποτελεί σοβαρό παράγοντα κινδύνου, και η αποτελεσματική θεραπεία μπορεί μακροπρόθεσμα να μειώσει αυτόν τον κίνδυνο.
Αν κατά την έναρξη ή αλλαγή αγωγής εμφανιστούν:
- νέες αυτοκτονικές σκέψεις,
- έντονη διέγερση,
- ακραία αλλαγή συμπεριφοράς,
- παρόρμηση αυτοτραυματισμού,
χρειάζεται άμεση επικοινωνία με επαγγελματία υγείας ή επείγουσα βοήθεια, ανάλογα με τη σοβαρότητα.
Τι είναι το σύνδρομο σεροτονίνης;
Είναι μια σπάνια αλλά σοβαρή κατάσταση που μπορεί να προκύψει όταν τα επίπεδα σεροτονινεργικής δραστηριότητας γίνουν υπερβολικά υψηλά.
Συχνότερα σχετίζεται με συνδυασμό διαφορετικών ουσιών που αυξάνουν τη σεροτονίνη.
Συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:
- έντονη ανησυχία,
- σύγχυση,
- πυρετό,
- πολύ έντονη εφίδρωση,
- τρόμο,
- ταχυκαρδία,
- σημαντικές αλλαγές στην αρτηριακή πίεση,
- προβλήματα συντονισμού.
Χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Αντικαταθλιπτικά και διπολική διαταραχή
Πριν από τη θεραπεία είναι σημαντικό να αξιολογείται αν υπάρχουν στοιχεία διπολικής διαταραχής.
Σε ορισμένα άτομα με διπολική διαταραχή, ένα αντικαταθλιπτικό χωρίς κατάλληλη συνολική θεραπευτική στρατηγική μπορεί να σχετίζεται με επιδείνωση ή εμφάνιση μανιακών συμπτωμάτων.
Για αυτό ιστορικό:
- μανίας,
- υπομανίας,
- πολύ μειωμένης ανάγκης για ύπνο,
- περιόδων εξαιρετικά αυξημένης ενέργειας,
είναι σημαντικό να συζητείται με τον γιατρό.
Αντικαταθλιπτικά και αλκοόλ
Γενικά δεν είναι καλή ιδέα να θεωρούμε τον συνδυασμό ασφαλή χωρίς να γνωρίζουμε το συγκεκριμένο φάρμακο.
Το αλκοόλ μπορεί:
- να αυξήσει υπνηλία ή ζάλη,
- να επιδεινώσει την κατάθλιψη,
- να ενισχύσει παρενέργειες,
- να αλληλεπιδράσει σημαντικά με ορισμένες κατηγορίες.
Τι ισχύει στην εγκυμοσύνη;
Δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι μια γυναίκα πρέπει να διακόψει αντικαταθλιπτικό επειδή έμεινε έγκυος.
Η απόφαση εξαρτάται από:
- το συγκεκριμένο φάρμακο,
- τη βαρύτητα της ψυχικής κατάστασης,
- το ιστορικό υποτροπών,
- πιθανούς κινδύνους για μητέρα και έμβρυο.
Η απότομη διακοπή χωρίς ιατρική συμβουλή δεν συνιστάται.
Για πόσο καιρό πρέπει να παίρνει κάποιος αντικαταθλιπτικά;
Δεν υπάρχει ίδιο χρονικό διάστημα για όλους.
Συχνά η θεραπεία συνεχίζεται για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, ενώ σε ανθρώπους με επαναλαμβανόμενα επεισόδια ή αυξημένο κίνδυνο υποτροπής μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερη διάρκεια.
Η ανάγκη συνέχισης πρέπει να επανεκτιμάται τακτικά.
Τι γίνεται αν το πρώτο αντικαταθλιπτικό δεν λειτουργήσει;
Είναι αρκετά συχνό να χρειάζεται αλλαγή στρατηγικής.
Μπορεί να χρειαστεί:
- περισσότερο χρονικό διάστημα,
- προσαρμογή δόσης,
- αλλαγή σε άλλο φάρμακο της ίδιας κατηγορίας,
- αλλαγή κατηγορίας,
- προσθήκη ψυχοθεραπείας,
- διαφορετικός συνδυασμός θεραπείας.
Η αποτυχία ενός αντικαταθλιπτικού δεν σημαίνει ότι κανένα αντικαταθλιπτικό δεν θα βοηθήσει.
Αντικαταθλιπτικά ή ψυχοθεραπεία;
Δεν υπάρχει μία απάντηση για όλους.
Σε λιγότερο σοβαρή κατάθλιψη, το NICE προτείνει να εξετάζονται αρχικά λιγότερο παρεμβατικές επιλογές και να μην προσφέρεται αυτομάτως αντικαταθλιπτικό ως πρώτη θεραπεία, εκτός αν αποτελεί ενημερωμένη προτίμηση του ασθενούς.
Σε πιο σοβαρή κατάθλιψη, η φαρμακευτική αγωγή, η ψυχοθεραπεία ή ο συνδυασμός τους μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλες επιλογές.
Η άσκηση έχει σαφώς αξία και μπορεί να αποτελεί μέρος της αντιμετώπισης, αλλά δεν πρέπει να παρουσιάζεται σαν άμεσο υποκατάστατο φαρμακευτικής θεραπείας για όλους.
Πότε πρέπει να επικοινωνήσετε με τον γιατρό;
Επικοινωνήστε με τον γιατρό εάν:
- οι παρενέργειες είναι έντονες,
- τα συμπτώματα επιδεινώνονται,
- δεν υπάρχει βελτίωση μετά από επαρκές διάστημα,
- υπάρχουν έντονες σεξουαλικές παρενέργειες,
- εμφανίζονται συμπτώματα μανίας,
- θέλετε να διακόψετε την αγωγή,
- είστε έγκυος ή σχεδιάζετε εγκυμοσύνη,
- λαμβάνετε νέα φάρμακα ή συμπληρώματα.
Συμπέρασμα
Τα αντικαταθλιπτικά είναι από τα σημαντικότερα φάρμακα που διαθέτουμε για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης και ορισμένων άλλων ψυχικών διαταραχών.
Δεν λειτουργούν όμως σαν άμεσο «χάπι ευτυχίας».
Η ανταπόκριση χρειάζεται χρόνο και διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Τα βασικά πράγματα που αξίζει να θυμάστε είναι:
- χρειάζονται συνήθως εβδομάδες για πλήρη δράση,
- διαφορετικά φάρμακα έχουν διαφορετικές παρενέργειες,
- δεν είναι κλασικά εθιστικά,
- μπορούν όμως να προκαλέσουν withdrawal,
- δεν πρέπει να ξεκινούν ή να διακόπτονται χωρίς κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση




